Γαστροδιπλωματία και Οινοδιπλωματία

Γαστροδιπλωματία και Οινοδιπλωματία

STORY TELLING

21/02/2022 | Συντάκτρια: Μαρία Αθανασοπούλου

Ο όρος «Γαστροδιπλωματία» έγινε διεθνώς γνωστός για πρώτη φορά γύρω στο 2000. Μιλώντας για γαστρονομία γενικότερα, εννοούμε το φαγητό και το ποτό μιας περιοχής ή μιας ομάδας ανθρώπων, συνεπώς ο οίνος αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι της γαστρονομίας και ως εκ τούτου της Γαστροδιπλωματίας. Αν θα θέλαμε να μιλήσουμε ειδικότερα για τη διπλωματία του οίνου, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε και τον όριο Οινοδιπλωματία, σε διεθνές πάντως επίπεδο έχει επικρατήσει ο γενικότερος όρος γαστροδιπλωματία, που συμπεριλαμβάνει και το φαγητό και το ποτό.

Τι είναι όμως η γαστροδιπλωματία; Και (αν και επίσημα σαν όρος άρχισε να παρουσιάζεται τις τελευταίες δεκαετίες), πρόκειται για κάτι νέο ή για κάτι που προϋπήρχε?

Ας ξεκινήσουμε από τον όρο διπλωματία. «Η διπλωματία είναι η τέχνη της επικοινωνίας με επίσημο τρόπο, καθώς και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ εκπροσώπων ομάδων ή κρατών, που σκοπό έχει την προώθηση ζητημάτων αμφοτέρων των μερών, προς την ικανοποίηση των συμφερόντων όσων συνομιλούν».

Συνήθως αναφερόμαστε στη διεθνή διπλωματία, δηλαδή «τη διεξαγωγή διεθνών σχέσεων μέσω της αλληλεπίδρασης επαγγελματιών διπλωματών σε θέματα που αφορούν την ειρήνη, το εμπόριο, την οικονομία, τον πολιτισμό, το περιβάλλον και τα ανθρώπινα δικαιώματα». Ως εκ τούτου η διπλωματία είναι μια επίσημη πολιτική μεταξύ των κρατών για την οποία γνωρίζουμε από την αρχαιότητα ακόμα. Και πρέπει εδώ να επισημάνουμε ότι από την αρχαιότητα ακόμα, η σημασία του φαγητού και του ποτού στις εκδηλώσεις των διπλωματών, ήταν πάντα εξέχουσα.

Η γαστροδιπλωματία προσπαθεί μέσω του αυθεντικού φαγητού και ποτού ενός τόπου να δημιουργήσει θετικές διεθνείς επαφές και σχέσεις. Προσπαθεί επίσης να εκφράσει, μέσω της τοπικής γαστρονομίας της, τη μοναδικότητά της, τη δική της ταυτότητα σε σχέση με τον πολιτισμό και την ιστορία της.

Το φαγητό και το ποτό αντανακλά τη φιλοσοφία, τον πολιτισμό και την ιστορία ενός τόπου και των ανθρώπων του. Οι συνταγές, οι γεύσεις, ο τρόπος μαγειρέματος, και τα τοπικά προΐόντα μιας χώρας, μας διηγούνται ιστορίες για κάθε περιοχή, που έχουν να κάνουν με την ιδιοσυγκρασία των ντόπιων, με την ιστορία του τόπου, με τη φιλοσοφία του αλλά και με τα ήθη και έθιμα του.

Επίσης, το φαγητό και το ποτό μιας περιοχής μας δείχνουν την αλληλεπίδραση που τυχόν είχαν οι ντόπιοι με άλλους λαούς, η οποία εκφράζεται και μέσα από την τοπική τους κουζίνα. Τέλος, πολλά στοιχεία από το φαγητό και το ποτό μιας περιοχής μας μιλούν για την θρησκεία ή τις θρησκείες των ντόπιων.

Όλα τα παραπάνω, μπορούν να επικοινωνηθούν μέσω της Γαστροδιπλωματίας ώστε να προσεγγίσει μια χώρα διεθνείς συμπάθειες, με σκοπό βέβαια την τελική σύναψη εμπορικών συμφωνιών αλλά και την προσέλκυση τουριστών.

Με λίγα λόγια, η γαστροδιπλωματία είναι η μέθοδος που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένας τόπος για να γίνει πιο δημοφιλής και για να αποκτήσει μεγάλη εξωστρέφεια.

Η Γαστροδιπλωματία αποτέλεσε έναν νέο και δυναμικό τρόπο προώθησης της τοπικής γαστρονομίας ενός τόπου, ως εκ τούτου και της τοπικής κουλτούρας. Ως όρος, εισήχθη για πρώτη φορά από τον Paul Rockower και τον Sam Chapple-Sokol στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Έκτοτε, πολλά κράτη όπως π.χ. οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Περού, η Ταϊλάνδη και άλλα, έχουν καθιερώσει επίσημα κυβερνητικά προγράμματα για τη στήριξη της Γαστροδιπλωματίας.

Ο Chapple-Sokol έγραψε  σε ένα άρθρο του, ότι η γαστροδιπλωματία είναι «η χρήση του φαγητού και της κουζίνας ως εργαλείο, για τη δημιουργία διαπολιτισμικής κατανόησης με την ελπίδα βελτίωσης των αλληλεπιδράσεων και της συνεργασίας.”

Σε διεθνές επίπεδο, πολλά κράτη έχουν υιοθετήσει τις μεθόδους της Γαστροδιπλωματίας και τη χρησιμοποιούν συστηματικά όχι μόνο για να βελτιώσουν τις σχέσεις τους με τα άλλα κράτη, αλλά και για να αυξήσουν τον εισερχόμενο τουρισμό τους.

Παραδείγματα διεθνών projects Γαστροδιπλωματίας

Ταϊλάνδη

Είναι χρήσιμη μια σύντομη αναφορά στην Ταϊλάνδη, μιας και από το 2001 ξεκίνησε ένα κυβερνητικό πρόγραμμα Γαστροδιπλωματίας. Οι δράσεις «Kitchen to the World» και «The food basket of Asia» είναι παγκόσμια γνωστές και απέδωσαν εξαιρετικά αποτελέσματα.

Δανία/Νορβηγία/Σουηδία

Το «Nordic Food Movement» ξεκίνησε το 2004 ως ένας τρόπος για την προώθηση τοπικών προϊόντων, παραδοσιακών πιάτων και σύγχρονων γαστρονομικών τεχνικών από τις Σκανδιναβικές χώρες. Οι στόχοι του κινήματος ήταν να προωθήσουν τις σκανδιναβικές χώρες ως γαστρονομικό προορισμό, να διατηρήσουν τις παραδοσιακές κουζίνες και πρακτικές και να ενισχύσουν την οικονομία μέσω του τουρισμού, του εμπορίου και της ανάπτυξης. Το 2011, ξεκίνησε το πρόγραμμα “Nordic Food Diplomacy”.

Αυστραλία

Το 2014, το Υπουργείο Τουρισμού της Αυστραλίας διέθεσε 10 εκατομμύρια δολάρια για τη χρηματοδότηση της παγκόσμιας εκστρατείας του, «There’s Nothing Like Australia», η οποία περιλάμβανε και ένα πρόγραμμα Γαστροδιπλωματίας με τίτλο «Restaurant Australia» που απευθυνόταν σε 12 διεθνείς αγορές. 

Που οφείλεται όμως η μεγάλη επιτυχία της Γαστροδιπλωματίας; Μα ασφαλώς στην πολύ μεγάλη συναισθηματική δύναμη του φαγητού και του ποτού. Οι γεύσεις γεννούν στον άνθρωπο πολύ έντονα συναισθήματα. Συναισθήματα τα οποία ενυπάρχουν στον καθένα μας, για πολλά πολλά χρόνια. Για παράδειγμα ο καθένας από εμάς θεωρεί το φαγητό της μητέρας του πάρα πολύ νόστιμο. Έτσι, κάθε φορά που κάποια γεύση του το θυμίζει, νιώθει θετικά, νιώθει προστατευμένος και συναισθηματικά χαρούμενος.

Η δύναμη αυτή που κρύβουν το φαγητό και το ποτό, και η μεγάλη τους επιρροή στο πως νιώθει ο καθένας μας, καθώς επίσης και η δημιουργία ανεξίτηλων αναμνήσεων από κάτι που φάγαμε η ήπιαμε, είναι το μυστικό της Γαστροδιπλωματίας.

Αν και όπως είδαμε παραπάνω η γαστροδιπλωματία ξεκίνησε ως κρατική προσπάθεια και πρωτοβουλία, τα τελευταία χρονιά υπάρχει έντονη η τάση να την χρησιμοποιήσουν και οι επαγγελματίες σε ιδιωτικό επίπεδο.

Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Για παράδειγμα, μια εταιρία που προσπαθεί να επιτύχει μια μεγάλη εμπορική συμφωνία, διοργανώνει ένα δείπνο με καλεσμένους τους μελλοντικούς συνεργάτες της. Ανάμεσα στο φαγητό και το ποτό, οι άνθρωποι συνομιλούν με καλή διάθεση, προσεγγίζουν πιο ανθρώπινα ο ένας τον άλλο και αποφασίζουν ευκολότερα να συνεργαστούν.

Οι εταιρίες του τουρισμού και της εστίασης, αποτελούν εξ ορισμού εν δυνάμει επιτυχημένους γαστροδιπλωμάτες, αφενός γιατί γνωρίζουν να συνομιλούν με ανθρώπους από άλλες χώρες και αφετέρου γιατί είναι γνώστες της τέχνης του φαγητού και του ποτού, αλλά και της φιλοξενίας.

Η μέθοδος όμως της Γαστροδιπλωματίας, μπορεί να εφαρμοσθεί και σε κάθε ιδιωτική επιχείρηση που επιθυμεί να αυξήσει την αναγνωρισιμότητα αλλά και τους πελάτες της, εφαρμόζοντας την.

Η Γαστροδιπλωματία έχει τεράστιο πεδίο εφαρμογής, μια που αν ασκηθεί σωστά, μπορεί να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε την εξωστρέφεια μας και να προσεγγίσουμε με επιτυχία νέες αγορές.

Θεωρώ ότι για τα επόμενα χρόνια, είναι αυτό το νέο πρόσωπο της Γαστροδιπλωματίας που θα μας απασχολήσει ευρύτατα, και σε θεωρητικό αλλά και σε πρακτικό επίπεδο. Η μεγάλη συναισθηματική δύναμη της γεύσης, εφόσον ακολουθήσει τους κανόνες της Γαστροδιπλωματίας, μπορεί να αποβεί ένα εξαιρετικό «όπλο» αύξησης των πωλήσεων για κάθε επιχείρηση.

Κι είναι αυτός ακριβώς ο καινούριος ρόλος της Γαστροδιπλωματίας, αυτός που καλούμαστε να αναπτύξουμε μέσα στην επόμενη δεκαετία. 

Η γαστροδιπλωματία θα βρίσκεται στο επίκεντρο τα επόμενα χρόνια, θα αποτελέσει μια πολύ δημοφιλή εμπορική πρακτική και θα παίξει επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στην προβολή των επιχειρήσεων.

Επιστρέφοντας στην τουριστική αγορά, η γαστροδιπλωματία θα είναι το ατού όσων τουριστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων εστίασης, επιθυμούν να προσεγγίσουν επιτυχημένα νέες αγορές, να αυξήσουν τους μελλοντικούς πελάτες τους και πιθανόν τα κέρδη τους

Ας προσεγγίσουμε λοιπόν τη γαστροδιπλωματία μέσα από το νέο ρόλο που καλείται να παίξει τα επόμενα χρόνια, ώστε να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε στο έπακρο τις μεγάλες της δυνατότητες!

Η Μαρία Αθανασοπούλου είναι ιδρύτρια της εταιρίας τουριστικού μάρκετινγκ Respond On Demand που επί μια δωδεκαετία διοργανώνει επαγγελματικές συναντήσεις για Έλληνες επιχειρηματίες του τουρισμού και τουριστικούς πράκτορες από το εξωτερικό, με στόχο την ενίσχυση του εισερχόμενου τουρισμού στην Ελλάδα. Είναι επίσης συν ιδρύτρια της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας Top Tourism. H Μαρία Αθανασοπούλου είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είναι Chairwoman της World Food Travel Association και Certified Ambassador της World Food Travel Association σε Ελλάδα και Κύπρο. Είναι Sustainable Τourism Expert και ambassador σε Ελλάδα και Κύπρο της World Gourmet Society και των Green Destinations. Έχει πραγματοποιήσει σεμινάρια πωλήσεων, μάρκετινγκ και βιώσιμου καθώς και γαστρονομικού τουρισμού, για επαγγελματίες του τουρισμού και τουριστικούς προορισμούς , καθώς επίσης και πολλές ομιλίες και παρουσιάσεις για θέματα σχετικά με τον τουρισμό, σε διεθνείς διοργανώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.